Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017

Ο ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΟΣ, του Α. Καρκαβίτσα (απόσπασμα)





   Σηκώθηκαν μονόγνωμοι και πήγαν κοντά στον καθηγητή να ιδούνε στο χερόγραφο. Ο Αριστόδημος δεν κινήθηκε από τη θέση του. Είχε μιαν ευαισθησία παράξενη. Όταν άκουε τους σοφούς να θαυμάζουνε τα βιβλία των προγόνων του, γινότανε σαν ζύμη. Κάθε λόγος τους, λες και ήτανε μορφίνη, του σκότιζε το λογικό, του σκλάβωνε τη θέληση. Ήθελε κ' εκείνος να παρακαλέση, ήταν ανυπόμονος ν' ακούση το νέο θησαυρό που ανακάλυψε ο καθηγητής. Μα δεν είχε δύναμη να βγάλη άχνα. Μόνον η κιτρινάδα που έβαφε το πρόσωπό του και το χάλπωμα των ματιών του φανέρωναν τη μεγάλη του συγκίνηση.

— Ακούστε, είπε ο Περαχώρας, διαβάζοντας δυνατά και ρυθμικά: Μητρός τε και πατρός και των άλλων προγόνων απάντων τιμιώτερόν έστιν η Πατρίς· και σεμνότερον και αγιώτερον και εν μείζονι μοίρα και παρά θεοίς και παρ' ανθρώποις τοις νουν έχουσι...

— Ωραία! εξαίσια! εφώναξαν ένας με τον άλλον οι σοφοί.

— Αυτά, φίλε μου, δεν είνε λόγια ανθρώπινα· είνε θεία! είπε ο Περαχώρας κυττάζοντας κατάματα τον Αριστόδημο! Είσαι ευτυχής που συγγενεύεις με αυτούς τους θεούς. Έχεις κληρονομιά σου τον πνευματικό κόσμο. Δε σε φτάνει; Α, έχεις άδικο! μεγάλο άδικο, σε βεβαιώνω. Εδώ είναι η αθανασία. Τ' άλλα μωρία και πρόληψη!

   Οι καθηγητές άρχισαν να συζητούν τα γλωσσικά χαρίσματα του ρητού. Εζητούσαν το υποκείμενο, το αντικείμενο, το ρήμα. Έλεγαν για τη σύνταξη του, ωνόμαζαν το γραμματικό σχήμα του. Σε πολλά ήταν σύμφωνοι· μα στα περισσότερα όχι. Και συζητούσαν ξαναμμένοι, χερονομούσαν με πείσμα, βρίζουνταν άπρεπα, σα ν' άρπαξε τα χρήματα ένας τ' αλλουνού. Τα φερσίματά τους δεν ήταν σύμφωνα με τη θέση και την επιστήμη τους. Εκείνοι όμως αδιαφορούσαν. Καθένας έλεγε τη γνώμη του θεμελιωμένη στης αλήθειας τ’ ασάλευτα θεμέλια· και πάσχιζε να τη φορτώση στον άλλον με όλα τα μέσα του λόγου. Τ' αδύνατα κορμιά τους μέστωναν και ψήλωναν, λες και νέο αίμα επότιζε τις φλέβες τους. Τα μάτια τους σπιθοβολούσαν και τα πρόσωπά τους άνθιζαν από το χρώμα της υγείας και της νιότης. Το χερόγραφο πετούσε από τον ένα στον άλλον, έπεφτε κάτω από τα ματογυάλια του, σαν πτώμα στη μελέτη του ανατόμου. Και όλοι έκαναν τις υποθέσεις τους, έλεγαν τα επιχειρήματά τους, κυττάζοντας πάντα τον Αριστόδημο, σα να ήθελαν μόνον εκείνον να πείσουν και να δασκαλέψουν. 

   Εκείνος όμως άβουλος κι ανίδεος παρακολουθούσε τα κινήματά τους, άκουε τα λόγια τους μ' ένα και μοναχά αίστημα στην ψυχή. Το θαυμασμό στους προγόνους του. Τ' ήταν λοιπόν εκείνοι που δεν έπαυε να τους δοξάζη ο κόσμος! Χιλιάδες χρόνια επέρασαν, τόσες χιλιάδες χρόνια που ήταν αρκετά για να θαμπωθή και το μεγαλήτερο αστέρι τ' ουρανού. Και όμως τ' όνομά τους μένει ακόμα φωτεινό και ζείδωρο σαν τον ήλιο. Όσο περνούν οι αιώνες τόσο φαίνεται λαμπρότερο. Πώς λοιπόν θα κάμη να γίνη κι αυτός μεγάλος, να τους μοιάση στο νου και στα έργα; Ο πνευματικός κόσμος είνε δικός του. Ε, καλά μα δε φτάνει. Πρέπει να γίνη δικός του κι ο υλικός. Πώς θα γίνη αυτό το θαύμα; Πήρε τ' όνομά τους, κληρονόμησε την ψυχή τους, έμαθε τη γλώσσα τους. Κ' έπειτα ;

— Δεν ξέρω· εψιθύρισε με παραπονεμένη ειλικρίνεια· θαρρώ πως χάνω άδικα τους κόπους μου.

   Ήταν έξυπνος άνθρωπος ο Αριστόδημος. Τύχαινε καμιά φορά να σηκώνη το παραπέτασμα και να βλέπη με αθόλωτο μάτι τον κόσμο. Και τον έβλεπε όλως διόλου αντίθετον απ' ό,τι τον είχαν ζωγραφίση η πρόληψη κ' η παράδοση της γενιάς του. Ο εαυτός του δεν ήταν εκεί μέσα παρά ένα σκύβαλο· ένα χάτσαλο τόσο δα, που το παίρνουν οι ανέμοι στο διάβα τους, χωρίς να λογαριάζουν πούθε κρατά η σκούφια του. Οι στιγμές όμως εκείνες ήταν πολύ σπάνιες. Ένας λόγος έφτανε ν' ακουστή κάπου για τους προγόνους του και αμέσως πέταε στον Όλυμπο κ' έτρωγε με τους θεούς αμβροσία.

Οι σοφοί καθώς άκουσαν το δισταγμό του παραξενέφτηκαν. Έπαψαν τη φιλονεικία τους και τον κύτταξαν με ψυχοπόνια.

— Δεν το ξέρετε; τον ρώτησε ο Περαχώρας, μαντεύοντας την αγωνία του· πώς δεν το ξέρετε;

— Θάρρος, φίλε μου, θάρρος! του φώναξε ο Γκενεβέζος. Είνε για σας ζήτημα ζωής. Για σας και για τους απογόνους σας.

— Συλλογισθήτε, είπε αργά και σοβαρά ο Περαχώρας, πως είνε ο μοναδικός κρίκος που σας δένει με τους προγόνους σας. Δίχως τη γλώσσα δεν είστε τίποτα· είστε ένα άτομο όπως και κάθε άλλο.

— Μα αφού έχω τ' όνομά τους! είπε ο Αριστόδημος με θλίψη. Αφού ζω στο χώμα τους!

— Ζήτε στο χώμα τους; έχετε τ' όνομά τους; τον ρώτησε ο Περαχώρας με χαμόγελο. Και πόσοι δεν πέρασαν απ' αυτό το χώμα; Να ο Χαγάνος· ζη αιώνες εδώ πέρα· είνε λοιπόν κ' εκείνος Ευμορφόπουλος;  Α, να ήμουν στη θέση σας! να ήμουν στη θέση σας!…

— Τι θα κάνατε; τον ρώτησε ανυπόμονα ο Αριστόδημος.

— Τι θάκανα; και με ρωτάτε ακόμα; θα γενόμουν Ευμορφόπουλος· αληθινός Ευμορφόπουλος. Δε θα περιοριζόμουνα στη γλώσσα· θάσκαβα τη γη και θα σύναζα κάθε λιθάρι της εποχής τους. Θάνοιγα μουσεία και σχολεία· τίποτ' άλλο.

— Κ' έπειτα;

— Έπειτα; ο θαυμασμός του κόσμου θάφερνε σε μένα τους τόπους μου.

— Θα το κάμω εγώ· είπε αποφασιστικά ο Αριστόδημος.

Σηκώθηκε ξαναμμένος, έκαμε δυο — τρία βήματα γύρω στο τραπέζι κ' έπειτα κυττάζοντας τους σοφούς επρόσθεσε με σοβαρή φωνή·

— Θα το κάμω· να είστε βέβαιοι...

------------------------------------------------------------------

Ο ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΟΣ, του Ανδρέα Καρκαβίτσα (απόσπασμα)

Τρία πράγματα εχάλασαν
Την Ρωμανίαν όλην
Ο φθόνος, η φιλαργυριά
Και η κενή ελπίδα.
(Άλωσις).

Α θ Η Ν Α, ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ «ΕΣΤΙΑ», 1904
Το βιβλίο μπορείτε να το διαβάσετε εδώ -->http://www.gutenberg.org/cache/epub/31631/pg31631-images.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου